Rebetiko


Inscribed in 2017 (12.COM) on the Representative List of the Intangible Cultural Heritage of Humanity
Rebetiko is a musical and cultural expression directly linked to song and dance that initially spread among the urban lower and working-class populations in the early twentieth century. Rebetiko songs are now a standardized repertoire in almost every social occasion involving music and dance. The element is performed in public and performers encourage audience participation. The practice is open to all and bearers could include any Greek or Greek-speaking person who enjoys this form of music and dance. Rebetiko songs contain invaluable references to the customs, practices and traditions of a particular way of life, but above all the practice is a living musical tradition with a strong symbolic, ideological and artistic character. Initially, transmission occurred exclusively orally, through the live performance of songs and the instruction of younger performers with older instrumentalists and singers. This non-formal method of learning is still important, but the recent spread of sound recordings, the mass media and cinema have reinforced other methods of transmission. In the past decade, Rebetiko has increasingly been taught in music schools, conservatories and universities, contributing to its wider dissemination, and the musicians and people who enjoy Rebetiko continue to play a key role in keeping the practice alive. 


"Kafe Aman"

Το Καφέ-Αμάν (όνομα που πιθανώς να προήλθε ίσως από το τούρκικο Μάνι Καβέσι), ήταν είδος λαϊκού καφενείου της προπολεμικής Ελλάδας μέσα στο οποίο δύο ή τρεις τραγουδιστές, οι επωνομαζόμενοι αμανετζήδες, αυτοσχεδίαζαν λέγοντας στίχους, συχνά στη μορφή του διαλόγου μεταξύ τους, πάντα σε ελεύθερο ρυθμό και μελωδία.
Χαρακτηριστικό ήταν το επαναλαμβανόμενο επιφώνημα "αμάν, αμάν" που προσπαθούσαν με αυτό οι τραγουδιστές να κερδίσουν χρόνο για ν`αυτοσχεδιάσουν καινούργιους στίχους. Άλλη συνώνυμη ονομασία τέτοιου τύπου καφενείου ήταν και το Καφέ Σαντούρ, που ήταν συνηθέστερη στη Μικρά Ασία, και κυρίως στη Σμύρνη. Τα δε τραγούδια που άδονταν σ΄ αυτά λέγονταν αμανέδες ή μανέδες ή αμάνι.
Από τις παλιότερες μορφές αυτών των τραγουδιών ο αμανές, όπως το έλεγαν οι Ελληνες, ή "μανές", κατά τους Τούρκους, οι "αμάνι" κατά τους Μικρασιάτες, ήταν ακριβώς αυτό το ημι-αυτοσχέδιο τραγούδι που χαρακτηριζόταν από τη διασπορά ανάμεσα στους στίχους μεγάλων μελισμάτων πάνω στη λέξη αμάν και που ως επί το πλείστον ήταν καταθλιπτικού περιεχομένου.
Σε αντιδιαστολή αυτού του τύπου των καφενείων της παλιάς Αθήνας ήταν τα γνωστά πολυτελείας καφενεία Καφέ-Σαντάν όπου ακόμη και μικροί θίασοι παρουσίαζαν πλούσιο καλλιτεχνικό πρόγραμμα. Τελικά τα Καφέ Αμάν έπαψαν να υφίστανται μετά από ειδική απαγορευτική διάταξη του καθεστώτος του Μεταξά το 1937 με την οποία και απαγορεύθηκαν οι αμανέδες, σε δημόσιους χώρους σε όλη την ελληνική επικράτεια θεωρούμενοι (εσφαλμένα) ως καθαρό τουρκικό είδος.
Ένα από τα ωραία χαρακτηριστικά λαϊκά τραγούδια που αναφέρονται στα Καφέ αμάν είναι και οι στίχοι του ακόλουθου τραγουδιού που πρωτακούσθηκε στην Αμερική για κάποιον πλούσιο πλέον μετανάστη σε στοίχους και μουσική του Δημοσθ. Ζάττα με έντονη μίξη δημοτικού τραγουδιού σε ανατολίτικο μοτίβο και που φέρεται να πρωτοτραγούδησε ο Γιάννης Ιωαννίδης:
Ήμουνα μόρτης μια φορά λεβέντης της Αθήνας
Με λέγανε παλικαρά μα ψόφαγα της πείνας.
....................................................
Μα τώρα πού΄χω τον παρά και είμαι μεγαλείο
Βουτάω σ΄ όλες μια χαρά, είμαι ερωτοπωλείο.
Σαν μπαίνω στο καφέ-αμάν τα μάτια σαν σηκώνω
Δεν ξέρω αν «γιου-αρ ντεστάντ», κάθε καρδιά πληγώνω



Η φωτογραφία βρίσκεται σε βιβλίο με τίτλο «Πρόσωπα του 20ου αιώνα» μαζί με σημαντικές προσωπικότητες που με το έργο τους επηρέασαν τη ζωή του τόπου σε κάποιο τομέα. Ο συνθέτης εικονίζεται σε μεγάλη ηλικία με το μπουζούκι του, όργανο που άλλαξε τη ζωή του και τη μουσική σκηνή του τόπου.
 http://photodentro.edu.gr/aggregator/lo/photodentro-aggregatedcontent-8526-2672

Mνημείο Μάρκου Βαμβακάρη στην Ερμούπολη

Τα ζηλιάρικα σου μάτια - Βαμβακάρης / Παγιουμτζής



 Ασπρόμαυρη φωτογραφία του Βασίλη Τσιτσάνη (1915-1984), ενός από τους μεγαλύτερους Έλληνες λαϊκούς συνθέτες, στιχουργούς και τραγουδιστές του 20ού αιώνα.
Υπήρξε μία από τις σημαντικότερες φυσιογνωμίες του ρεμπέτικου και του λαϊκού τραγουδιού του οποίου τραγούδια ακούγονται και τραγουδιούνται μέχρι και σήμερα. Ο Βασίλης Τσιτσάνης έβγαλε το λαϊκό τραγούδι από τα όρια του αντικοινωνικού περιθωρίου της μεταπολεμικής Ελλάδος και το καθιέρωσε, δίνοντάς του ένα νέο εξευρωπαϊσμένο ύφος. Με εμπλουτισμένη ενορχήστρωση και καινοτομίες στις δομές, στις αρμονίες και στα μελωδικά στοιχεία που χρησιμοποιούσε, ο Βασίλης Τσιτσάνης εξέλιξε το ρεμπέτικο και λαϊκό τραγούδι, διαχωρίζοντας το ορατά από την παραδοσιακή μουσική.
 http://photodentro.edu.gr/aggregator/lo/photodentro-aggregatedcontent-8526-5276

Μαριώ Κωνσταντινίδου (ΜΑΡΙΩ) 

 Γεννήθηκε στις 3 Μαρτίου (ένα μήνα πριν την απελευθέρωση) του 1945 στη Θεσσαλονίκη από μητέρα μικρασιάτισσα και πατέρα «Καθαρόαιμο Μακεδόνα» όπως λέει η ίδια. Πρωτότοκη, με μια μικρότερη αδελφή και δύο αγόρια που μεγάλωσαν «δίπλα στη διεθνή έκθεση στην Κάτω Αγία φωτεινή. Ήταν απέναντι από το πάρκο. Ζεστά πράγματα, ανθρώπινα…» όπως θυμάται. Ο πατέρας της μουσικός, έπαιζε ντραμς «Τζαζμπανίστες τους έλεγαν τότε» και στην ηλικία των 7 ετών πήγε στο κρατικό ωδείο να μάθει πιάνο χωρίς να τελειώσει τα μαθήματα λόγω οικονομικών δυσκολιών, καταφέρνοντας όμως  να μάθει ακορντεόν. Άρχισε να τραγουδάει τα κάλαντα  διασχίζοντας όλη την Τσιμισκή και ο κόσμος την έβαζε να λέει κι άλλα τραγούδια. «Τότε η Θεσσαλονίκη ήταν πολύ γειτονιά. Υπήρχε η μυρωδιά της προσφυγιάς από τη μικρά Ασία, δεν υπήρχαν άσφαλτοι». Δεν άργησε να γίνει το «παιδί θαύμα» της Θεσσαλονίκης αφού τραγουδούσε και έπαιζε ακορντεόν μέχρι τα 13 της που ξεκίνησε και επαγγελματικά με τον πατέρα της σε οικογενειακές ταβέρνες και σε πανηγύρια παρέα με τον Χρήστο Νικολόπουλο.  Συγχρόνως τελείωσε το δημοτικό και τις 3 τάξεις του Γυμνασίου αλλά και την οικοκυρική σχολή της Αλεξανδρούπολης με ειδικότητα στην ταπητουργία όπου το 1963 ήρθε στην Αθήνα για μετεκπαίδευση ως υφάντρια αλλά όπως εξομολογείται δεν… της άρεσε. Έτσι, ανέβηκε πάλι στη Θεσσαλονίκη και ξεκίνησε να δουλεύει «με τον Καμπουρέλο στο Μπουζούκι και με την Λιλή τη Βαλαβάνη, κυρίως αρχοντορεμπέτικα όπως το «Το τραμ το τελευταίο την ταμπακέρα».

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Participation in Professional Development Workshop (PDW) «Building the future of Europe through Cultural Heritage»

Professional Development Workshop (PDW) «Building the future of Europe through Cultural Heritage» Place : Thessaloniki...